, , ,

Η τρομοκρατημένη γυναίκα και ο άγιος άνθρωπος

Η τρομοκρατημένη γυναίκα και ο άγιος άνθρωπος

Μια φοβισμένη γυναίκα επισκέφθηκε έναν άγιο σε ένα βουνό

«Ναι;»

«Ήρθα να δω τον άγιο γέροντα».

«Ακολούθησέ με σε παρακαλώ».

«Μα θέλω να δω τον άγιο γέροντα».

«Ήδη με είδες. Αν βλέπεις καθένα που συναντάς σαν άγιο, τότε θα είσαι ευτυχισμένος. Ώρα σου καλή».

Κι έτσι συνεχιζόταν η ιστορία, μέρα τη μέρα.

Ο άγιος γέροντας οδηγούσε βιαστικά τον έναν προσκυνητή μετά τον άλλο μέσα από το κτίριο. Μέσα. Έξω. Πίσω. Μπρος. Δεν υπήρχε κανένας για να μιλήσει μαζί του και, ακόμα χειρότερα, κανένας που να του γεννούσε την επιθυμία να τον προσκαλέσει να μείνει μαζί του και να τον σκεπάσει με τις φτερούγες του. Συνήθως στο τέλος του καλοκαιριού είχε διαλέξει δυο-τρεις ψυχές για να περάσουν το χειμώνα μαζί του. Δυο-τρεις που είχαν πάρει το μονοπάτι της φώτισης.

«Γεια! Με λένε Ελεονόρα. Ελπίζω να μη σ΄ενοχλώ». Ήταν μια γλυκιά γυναίκα γύρω στα τριάντα.

«Καθόλου. Παρακαλώ, πέρασε μέσα».

«Εσύ είσαι ο άγιος γέροντας;»

«Ναι, εγώ είμαι. Με λένε Τζο».

«Πολύ ευγενικό από μέρους σου να έρθεις να μου ανοίξεις την πόρτα. Μπορώ να σου μιλήσω για λίγο;»

«Έλα, κάτσε κοντά μου».

«Ω! Σ΄ευχαριστώ πολύ. Δεν είμαι παρά μια φτωχή, ανόητη γυναίκα, που δεν αξίζει ούτε ένα λεπτό από τον πολύτιμο χρόνο σου, αλλά βλέπεις, είμαι τόσο φοβισμένη!»

Έσφιξε τα χέρια της πάνω στη στήθος της. «Φοβάμαι το θάνατο!». Ο Τζο έγνεψε με κατανόηση.

«Όχι την ίδια την ιδέα του θανάτου, μα το να είμαι νεκρή. Όταν το σκέφτομαι με πιάνει πανικός. Νιώθω τέτοιο τρόμο, τέτοια φρίκη που κυριολεκτικά παραλύω!». Ο Τζο κούνησε το κεφάλι του.

«Αυτός ο φόβος σκιάζει και καταδυναστεύει τη ζωή μου», τέλειωσε εκείνη κατεβάζοντας το κεφάλι.

Τότε ο Τζο της είπε: «Και επειδή η ζωή και ο θάνατος είναι στενά δεμένα μεταξύ τους, ο φόβος σου για το θάνατο σε εμποδίζει να ζήσεις».

«Ακριβώς! Τώρα που κάθομαι μαζί σου νιώθω καλύτερα από ποτέ, εξαιτίας του καθαρού αέρα και όλης αυτής της άσκησης που έκανα για να φτάσω μέχρι εδώ. Συνήθως δεν απομακρύνομαι καθόλου από το σπίτι μου».

«Νιώθεις αυτό που ονομάζουμε υπαρξιακή αγωνία και είναι κάτι απόλυτα φυσικό. Απλώς κάποιοι άνθρωποι που είναι περισσότερο ευαίσθητοι ή ίσως περισσότερο δημιουργικοί, νιώθουν αυτή την αγωνία με πιο βασανιστικό τρόπο. Στην πραγματικότητα είναι ο φόβος τους για την ανυπαρξία».

Τα μάτια της αρπάχτηκαν όλο ελπίδα από τα δικά του καθώς εκείνος της μιλούσε. Ακόμα και τα χείλη της ανοιγόκλειναν μαζί με τα δικά του. Τόσο μεγάλη ήταν η ανάγκη και η λαχτάρα της να πάρει τη βοήθεια που της έδινε.

«Και γιατί όχι;» συνέχισε ο Τζο. «Είναι πραγματικά σχεδόν αδιανόητο πως θα έρθει μια μέρα που δε θα ζούμε. Όμως έτσι είναι. Δε γίνεται να το αποφύγουμε. Αυτή είναι η μοίρα μας».

«Μα γιατί δεν μπορώ να συμφιλιωθώ μ΄αυτό;» Δεν αντέχω να υποφέρω άλλο αυτόν τον αδιάκοπο τρόμο».

«Και βέβαια μπορείς. Άσε με να σου προτείνω κάτι. Κάθε φορά που σκέφτεσαι την ανυπαρξία, αντί να επιτρέπεις στο νου σου να τρέχει σαν τρομαγμένο ποντίκι να χωθεί στη φωλιά του, κάνε αυτό που θα σου πω».

Σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μείνε ήσυχη και γαλήνια, ανάπνευσε βαθιά, κοίταξε κατάματα τον αναπόφευκτο θάνατό σου, σκέψου τον, συνήθισέ τον. Κάνε αυτή την άσκηση καθημερινά. Απόκτησε τη συνήθεια να αναλογίζεσαι την ανυπαρξία σου. Σταδιακά άφησε να την απορροφήσει το θάρρος σου. Γιατί βέβαια έχεις θάρρος. Όλοι έχουμε. Απλώς το δικό σου έχει τελευταία χωθεί σ΄εκείνη την ποντικοφωλιά που λέγαμε. Για να έχουμε στη διάθεσή μας το θάρρος μας όποτε το χρειαζόμαστε, θα πρέπει να το καλούμε συχνά να μας υπηρετεί. Πρέπει να του δίνουμε αντικείμενο απασχόλησης.

Ο Τζο είχε κιόλας κουραστεί από το μονόλογό του και ευχόταν από μέσα του να είχε προτιμήσει να πει μόνο μια γεμάτη νόημα φράση. Ανησυχούσε για τον τόνο της φωνής του. Δεν του άρεσε να μιλάει πολύ, αλλά ούτε και να πετάει ασαφείς φράσεις, που άφηναν τον επισκέπτη του περισσότερο μπερδεμένο και απελπισμένο απ΄όσο ήταν πριν έρθει. Έτσι, όταν μιλούσε, προσπαθούσε να είναι σαφής και άμεσος. Τουλάχιστον εκείνη άκουγε με προσοχή τα λόγια του.

«Όλα αυτά μου φαίνονται πολύ δύσκολα», είπε στο τέλος λυπημένα.

«Πράγματι είναι δύσκολα».

«Πίστευα πως εσύ…δηλαδή…»

«Πως θα τα έκανα εύκολα για σένα;» Πως θα σου έλεγα ότι θα πας στον ουρανό ή πως θα πεθάνεις για να γεννηθείς σε μια άλλη ζωή ή πως θα ενωθείς με την Κοσμική Ψυχή; Ίσως και να γίνει έτσι. Κανείς μας δεν ξέρει. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι παύουμε να υπάρχουμε εδώ κάτω, στη Γη. Και συμφωνώ πως δεν θα είναι εύκολο να χτίσεις το θάρρος σου, όμως αν τα καταφέρεις σε περιμένει η πιο υπέροχη ανταμοιβή. Και μάλιστα αμέσως. Θα αρχίσεις να χαίρεσαι τη ζωή σου, να ζεις τη ζωή σου. Η αναγνώριση και η αποδοχή του θανάτου – γιατί να μην πούμε η σχέση σου μ΄έναν καινούριο φίλο – θα σου δώσει τη δυνατότητα να ζήσεις μια γεμάτη και πλούσια ζωή».

«Αν πίστευα κάπου…»

«Μάλιστα. Αυτό είναι κάτι που θα βοηθούσε πολύ. Η αληθινή πίστη είναι ευλογία. Ωστόσο αν αρπαχτείς από κάποια θρησκεία μόνο και μόνο για να ανακουφιστείς από το φόβο του θανάτου, αυτό που στην πραγματικότητα θα συμβεί θα είναι να χάσεις την ελευθερία σου».

«Την ελευθερία μου;»

«Αυτό που γυρεύουμε όλοι είναι να ελευθερώσουμε το νου μας ώστε να εναρμονιστούμε με το σύμπαν και έτσι να μπορέσουμε να δούμε την αληθινή φύση των πραγμάτων».

«Ναι…»

«Πράγμα που γίνεται πολύ δύσκολο όταν ενστερνιστείς κάποιο δόγμα μόνο και μόνο για να απαλλαγείς από κάποιον φόβο. Και, ακόμα, θα απογοητεύσεις το θάρρος σου αν δεν του δώσεις την ευκαιρία που τόσο καιρό περιμένει». Ο Τζο σηκώθηκε. Έκανε κι αυτή το ίδιο κι εκείνος τη συνόδεψε στην πίσω πόρτα.

«Ήδη βρίσκεσαι στο σωστό δρόμο. Είσαι κιόλας ένας πολύ γλυκός άνθρωπος. Τώρα γίνε γενναία και, με τον καιρό, γίνε σοφή».

«Θα προσπαθήσω . Νιώθω σαν κάτι να ξυπνάει μέσα μου. Σ΄ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά. Γεια και χαρά σου».

«Γεια και χαρά».

Ο Τζο στάθηκε και κοιτούσε τη γυναίκα καθώς εκείνη άρχισε να κατηφορίζει το απόκρημνο μονοπάτι. Η γυναίκα γύρισε και τον χαιρέτησε κουνώντας το χέρι της μ΄ένα ντροπαλό αλλά γενναίο χαμόγελο στα χείλη.

Ένας «άγιος» άνθρωπος Susan Trott εκδόσεις Η Δυναμική της Επιτυχίας/Photo: Author/