,

Μελέαγρος και Αταλάντη

Μελέαγρος και Αταλάντη


Η καλύτερη τύχη για κάποιον είναι να μη γεννηθεί

Όταν γεννήθηκε ο Μελέαγρος , οι τρεις Μοίρες , αυτές που εξουσίαζαν τα πεπρωμένα όλων των ανθρώπων, παρουσιάστηκαν στο δωμάτιο όπου ήταν ξαπλωμένη η λεχώνα με το νεογέννητο. Η Κλωθώ και η Λαχέση προείπαν ότι εκείνος θα γινόταν γενναιόψυχος και δυνατός, η Τρίτη όμως, η Ατροπός, η «αλύγιστη» , βλέποντας ένα κούτσουρο να καίγεται στην εστία, ανήγγειλε ότι θα ζούσε μέχρι τη στιγμή που εκείνος ο δαυλός θα καιγόταν τελείως. Η Αλθαία έτρεξε κι έσβησε το ξύλο και το απέθεσε σ ένα κιβώτιο κρυμμένο στα βάθη του ανακτόρου (Απολλόδωρος 1,8,2)


Όταν ο Μελέαγρος μεγάλωσε, φάνηκε ότι εκείνες οι προφητείες επιβεβαιώνονταν: είχε ευγενική ψυχή, ήταν ικανός στους αγώνες και στον πόλεμο έμοιαζε άτρωτος, όπως αρμόζει σε ένα γιό του Αρη. Ύστερα ήρθε στα μέρη της Καλυδώνας ο τρομερός κάπρος που έστειλε η Άρτεμη και ο γιότς του Οινέα ήταν , φυσικά ο επικεφαλής της αποστολής που οργανώθηκε για να αντιμετωπίσει τη μάστιγα. Πράγματι στην Καλυδώνα συγκεντρώθηκε ο ανθός των ηρώων όλης της Ελλάδας. Αναμεσά τους ήταν, για να περιοριστούμε στα πιο ένδοξα ονόματα , οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης, ο Θησέας, ο Ιάσονας, ο Πηλέας με τον πεθερό του Ευρυτίωνα, ο Αδμητος , ο Πειρίθοος , ο Τελαμώνας, ο Αμφιάραος και πολλοί άλλοι. Μοιραία όμως αποδείχθηκε η συμμετοχή των θείων του Μελέαγρου , που είχαν έρθει από την Πλευρώνα, και μιας δεινής κυνηγού, της Αταλάντης

Οι επιφανείς φιλοξενούμενοι έγιναν δεκτοί με μεγαλοπρέπεια από τον Οινέα και επι εννέα μέρες οι κυνηγοί διασκέδασαν με γιορτές και συμπόσια. Ωστόσο αμέσως ανέκυψαν διαφορές και διαφωνίες: δεν αποδέχονταν όλοι οι ήρωες την παρουσία μιας γυναίκας σε μια χαρακτηριστικά αντρική δραστηριότητα και περισσότερο εχθρικοί προς την Αταλάντη ήταν οι δύο Κουρήτες , οι θείοι του Μελέαγρου. Ο Μελέαγρος , αν και ήταν ήδη παντρεμένος με την Κλεοπάτρα, ερωτεύτηκε με πάθος την Αταλάντη και «είχε σφοδρή επιθυμία ν αποκτήσει παιδι» και μαζί της , όπως δηλώνει κακεντρεχώς ο Απολλόδωρος. Ό ήρωας έπεισε τους συντρόφους του να τη δεχτούν στην ομάδα τους και την αυγή της δέκατης μέρας άρχισε το κυνήγι , που έφερνε αντιμέτωπους όλους τους ήρωες της Ελλάδας με ένα μόνο ζώο. Αλλά ο τρομερός κάπρος απέδειξε αμέσως ότι άξιζε αυτή τη συγκέντρωση δυνάμεων: σκοτώνοντας δύο από αυτούς. Μέσα στη σύγχυση που ακολούθησε την επίθεση του θηρίου, ο Πηλέας έριξε το ακοντιό του , αλλά έχασε το στόχο και τραυμάτισε θανάσιμα τον Ευρυτίωνα.


Ο Μελέαγρος παρουσιάζοντας το κεφάλι του  κάπρου στην Αταλάντη Την ώρα που πολλοί από τους άντρες έτρεχαν να σωθούν, πρώτη χτύπησε τον κάπρο η Αταλάντη, που τον πλήγωσε στη ράχη μ ένα βέλος. Ύστερα ο Αμφιάραος τον χτύπησε ανάμεσα στα μάτια και το τέλος ο Μελέαγρος έμπηξε το ακοντιό του στην κοιλιά του θηρίου, που σωριάστηκε νεκρό στο έδαφος. Ήταν έθιμο του κυνηγιού το κεφάλι και το δέρμα να τα παίρνει εκείνος που είχε δώσει τη χαριστική βολή στο θήραμα , κι επομένως τα τρόπαια που όλοι εποφθαλμιούσαν ανήκαν δικαιωματικά στον Μελέαγρο. Όταν όμως έγδαραν τον κάπρο, ο ήρωας, υποταγμένος στον ερωτά του, χάρισε τα πολύτιμα ενθύμια στην Αταλάντη, καθώς ήταν η πρώτη που χτύπησε το θηρίο.

Η χειρονομία του προκάλεσε βίαιη διαμάχη ανάμεσα σ εκείνους τους άντρες που υπερασπίζονταν με πείσμα την ανωτερότητα του φύλου τους. Ιδιαίτερα ανυποχώρητοι ήταν οι θείοι του ήρωα , οι οποίοι υποστήριζαν ότι το δέρμα ανήκε σε κάθε περίπτωση στην οικογένεια εκείνου που σκότωσε το θηρίο, αν ο Μελέαγρος δεν το ήθελε για τον εαυτό του. Το απέσπασαν με τη βία από την Αταλάντη και ο Μελέαγρος , τυφλωμένος από την οργή, τους σκότωσε κι επέστρεψε τα τρόπαια στην περήφανη παρθένο. Όταν η μητέρα του η Αλθαία, έμαθε για το θάνατο των αδερφών τα, έβγαλε από το κιβώτιο το δαυλό που είχε σβήσει και κρύψει πριν από πολλά χρόνια και τον έριξε οργισμένη στη φωτιά. Ήταν αρκετές λίγες στιγμές για να καεί τελείως το ξύλο, παρασύροντας τον Μελέαγρο στο πεπρωμένο του θανάτου που σηματοδοτούσε το μαγικό αντικείμενο.


ο Θάνατος του Μελέαγρου Η ψυχή του ήρωα κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο. Εκεί σ ένα θαυμάσιο εδάφιου του Επίνικου του Βακχυλίδη , εκφράζει την αγωνία αυτού που νιώθει τη ζωή του να σβήνει. Συνομιλητής του είναι ο Ηρακλής, που είχε κατέβει στον Άδη για να αρπάξει τον Κέρβερο και, βλέποντας την επιβλητική σκιά ενός ένοπλου πολεμιστή, τέντωσε αμέσως το τόξο τους για να αμυνθεί. Αλλά ο νεκρός τον καθησυχάζει και του αφηγείται με δάκρυα το κυνήγι του κάπρου, τη μοιραία διαμάχη με τους θείους του και τον παράλογο θυμό της μητέρας του . Την ώρα που καταδίωκε τους αντιπάλους του στο δρόμο για την Πλευρώνα και σκύλευε έναν νεκρό από τα όπλα του, στο ανάκτορο ο δαυλός έπαυε να καίει….

Απόσπασμα από το βιβλίο των dario & lia del corno «στη γη του μύθου» – Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα με θεούς, ήρωες και ποιητές
antikleidi